Τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν αν το θέλεις, σε οποιαδήποτε ηλικία. «Σκληρή δουλειά και επιμονή. Είναι ένα μικρό τίμημα που πρέπει να πληρώσεις για να αλλάξεις τη ζωή.»
Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι' αυτό μην περιμένεις άλλο, καν' το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια επιθυμία. Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 25 Απριλίου 2015
Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014
Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014
Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014
Τρίτη 24 Ιουνίου 2014
Το παράπονο ~ Οδυσσέας Ελύτης
Εδώ στου δρόμου τα μισά
έφτασε η ώρα να το πω
Άλλα είν' εκείνα που αγαπώ
γι' αλλού γι' αλλού ξεκίνησα
Στ' αληθινά στα ψεύτικα
το λέω και τ' ομολογώ
Σαν να 'μουν άλλος κι όχι εγώ
μες στη ζωή πορεύτηκα
Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν τα κυνηγά
Πάντα πάντα θα 'ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει....
Από την ποιητική συλλογή "Τα Ρω του έρωτα" η οποία εκδόθηκε το 1972
Σάββατο 21 Ιουνίου 2014
Η διάρκεια της αγάπης
Όπως συχνά να λέω δεν πιστεύω στο "για πάντα".
Γιατί;
Γιατί έτσι είναι η ζωή.
Όλα έχουν μια αρχή, μια μέση και ένα τέλος.
Είναι κύκλος, ρόδα όπως θες πες το....
Αγάπησε για το τώρα και το αύριο,
δώσε απλόχερα όλη σου την ψυχή τώρα που μπορείς
γιατί δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει η επόμενη μέρα.
Μη αμελείτε να δείχνετε και να λέτε στους γύρω σας,
πόσο σημαντικοί είναι για εσάς και πόσο τους αγαπάτε.
Η αγάπη έχει διάρκεια, αλλά δεν είναι παντοτινή.
Απλά με το πέρασμα των χρόνων συνηθίζεις.
Να σας προσέχετε!
Παρασκευή 2 Μαΐου 2014
Αν για ένα δευτερόλεπτο...
Η δήλωση μιας ασθενούς, η οποία είπε ότι πριν την ασθένεια, ήταν πιο ανέμελη, ήταν η αφορμή για ένα ξεχωριστό project.
Το βίντεο είναι
αποτέλεσμα της συνεργασίας μεταξύ της Leo Burnett France με την μη
κερδοσκοπική οργάνωση Mimi Foundation. Η έμπνευση ήρθε από μία δήλωση
μιας ασθενούς, η οποία είπε ότι πριν την ασθένεια, ήταν πιο ανέμελη.
Πηγή: www.lifo.gr
Το βίντεο είναι
αποτέλεσμα της συνεργασίας μεταξύ της Leo Burnett France με την μη
κερδοσκοπική οργάνωση Mimi Foundation. Η έμπνευση ήρθε από μία δήλωση
μιας ασθενούς, η οποία είπε ότι πριν την ασθένεια, ήταν πιο ανέμελη.
Πηγή: www.lifo.gr
Τετάρτη 2 Απριλίου 2014
Ηθικό ακμαιότατο!
Σε λίγες ώρες μια νέα μέρα ξεπροβάλλει. Τις τελευταίες μέρες είχα "τα κάτω μου".
Άνθρωποι είμαστε, άνεργοι είμαστε, καταλαβαίνετε.....
Ε και αποφάσισα να το πάρω αλλιώς.
Οι περισσότεροι έχουν μια κατήφεια, άνευ προηγουμενου, σαν και μενα.
Και τι καταφερα;
Να γίνομαι ακόμη χειρότερα ψυχολογικά.
Είπα στον εαυτό μου, όχιιι δεν θέλω να είμαι ένα με τη μάζα, θέλω να ξεχωρίζω.
Έκλεισα το λαπτοπ μου και έκανα ένα τηλέφωνο σε έναν άνθρωπο, που ήθελα πολύ να δω και να ακούσω.
Αύτο ήταν άλλαξε όλη η ψυχολογία μου με δυο κουβέντες!
Η φωνή του με ηρέμησε απίστευτα!
Ή αρχή έγινε!!!!
Έδιωξα τις κακές σκέψεις και καλοσώρισα τις θετικές, μιας και σκέφτηκα ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν πολύ χειρότερα.
Το πιο βασικό έχω την υγεία μου, την ώρα που άλλοι άνθρωποι παλεύουν γι αυτή.
Η ζωή είναι γεμάτη ανατροπές, ας τις αγκαλιάσουμε.
Τέλος οι αλήθειες είναι ο καλύτερος δρόμος, όσο σκληρές κι αν είναι.
Να σας προσέχετε και να σας αγαπάτε. Κι αν αγαπάτε, να το δείχνετε, δεν είναι κακό. Θα κάνετε ένα άνθρωπο ευτυχισμένο.
Σας φιλώ :)
Άνθρωποι είμαστε, άνεργοι είμαστε, καταλαβαίνετε.....
Ε και αποφάσισα να το πάρω αλλιώς.
Οι περισσότεροι έχουν μια κατήφεια, άνευ προηγουμενου, σαν και μενα.
Και τι καταφερα;
Να γίνομαι ακόμη χειρότερα ψυχολογικά.
Είπα στον εαυτό μου, όχιιι δεν θέλω να είμαι ένα με τη μάζα, θέλω να ξεχωρίζω.
Έκλεισα το λαπτοπ μου και έκανα ένα τηλέφωνο σε έναν άνθρωπο, που ήθελα πολύ να δω και να ακούσω.
Αύτο ήταν άλλαξε όλη η ψυχολογία μου με δυο κουβέντες!
Η φωνή του με ηρέμησε απίστευτα!
Ή αρχή έγινε!!!!
Έδιωξα τις κακές σκέψεις και καλοσώρισα τις θετικές, μιας και σκέφτηκα ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν πολύ χειρότερα.
Το πιο βασικό έχω την υγεία μου, την ώρα που άλλοι άνθρωποι παλεύουν γι αυτή.
Η ζωή είναι γεμάτη ανατροπές, ας τις αγκαλιάσουμε.
Τέλος οι αλήθειες είναι ο καλύτερος δρόμος, όσο σκληρές κι αν είναι.
Να σας προσέχετε και να σας αγαπάτε. Κι αν αγαπάτε, να το δείχνετε, δεν είναι κακό. Θα κάνετε ένα άνθρωπο ευτυχισμένο.
Σας φιλώ :)
Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014
Στο ακρογιάλι της ουτοπίας (απόσπασμα) ~ Αλκυόνη Παπαδάκη
-Την ζωή δεν την φωτογραφίζουμε την ζωγραφίζουμε.
-Όταν η ψυχή δεν έχει χαρακιές δε βρίσκει δρόμο να τρέξει μέσα της ο καημός του άλλου.
-Ξέρω πως όλη η μαγεία , σ’ αυτήν τη φόρα για το λάθος κρύβεται.
-Όποτε έτρεξα κοντά σε ανθρώπους, γιατί νόμισα πως με φωνάζουν με την σκέψη τους, μάλλον δε μου βγήκε σε καλό . Πρόσθετα ένα σωρό ξένα φορτία , στην ήδη βαρυφορτωμένη ράχη μου.
-Σε κάθε τέλος , υπάρχει και μια αρχή.
-Αλλά εγώ μιλώ για την άλλη αγάπη. Την υπερβατική. Αυτή που ντύνει με βελούδο την ψυχή. Αυτή που διώχνει τους σκόρπιους από τη σκέψη. Αυτή που σπάει το συρματόπλεγμα του εαυτού σου. Αυτή που δε βγαίνει από το στόμα. Ξεχύνεται από την αφή και την ανάσα.
-Η μεγάλη ελευθερία οδηγεί εκεί ακριβώς που οδηγεί και η στέρησή της.
-Οι άνθρωποι είναι γεμάτοι χαρακιές . Μην τους βλέπεις σαν οφειλέτες σου. Κανείς δεν γεννήθηκε κακός. Να συγχωρείς.
-Η συγνώμη δίνεται σε αυτόν που την ζητάει . Αν δε σου τη ζητάνε, κι εσύ τη βγάζεις έτσι και τη σκορπάς αφειδώς, γίνεται ένα λοστάρι στα χέρια αυτών που έχουν βάλει στόχο την ψυχή σου.
-Δεν λέω ότι αγάπησα τον συνάνθρωπο . Είμαι όμως βέβαιη ότι τον ένιωσα . Ότι ήμουν κάποτε εκεί. Απίκο , όποτε με φώναξε. Τον άφησα να μου πλασάρει το ψέμα του, για να μπορέσει να σηκώσει την ψυχή του. Μοιράστηκα την τρέλα του ήπια από το ποτήρι του.
-Πάντα μου άρεσε να παρατηρώ τα φουγάρα των πλοίων , όταν ήταν έτοιμα να σαλπάρουν . Γιατί πάντα ήμουν έτοιμη να σαλπάρω κι εγώ για ένα άγνωστο ταξίδι. Τα φουγάρα της ψυχής μου έβγαζαν συνεχώς μαύρο πυκνό καπνό.
-Κι ακόμα , δεν έχω καταλήξει πόσο φταίνε οι “άλλοι” για την “καταστροφή” μας. Μήπως οι “άλλοι” είναι απλώς ένα άλλοθι που μας βολεύει; Λέω. δεν ξέρω. Εξαρτάται…
-Κανείς δεν είναι τόσο καλός, για να έχει το ελεύθερο να γίνει τιμωρός.
-Τί να την κάνω τελικά την ελευθερία μου, αφού δεν έχω κάποιον να την διεκδικεί…
-Δεν βρίσκω άλλη αιτία για την άφιξή μου σ’ αυτήν την γη. Ήρθα να δω την ομορφιά. Μήπως δεν είναι αρκετό;
-Έχω γνωρίσει στη ζωή μου αρκετούς ανθρώπους που έψαχναν απεγνωσμένα την ελευθερία της ψυχής τους. Αυτού του είδους οι άνθρωποι μοιάζει να ψάχνουν τελικά την παγίδα τους. Μοιάζει να ψάχνουν κάπου να αιχμαλωτιστούν. Κάπου να πετάξουν την ελευθερία που ήδη κουβαλούν μέσα τους, χωρίς οι ίδιοι να το ξέρουν.
-Είναι κάποιοι άνθρωποι που “λείπουν” πολύ περισσότερο, όταν είναι παρόντες.
-Πότε ο “υπερβάλλων ζήλος” είχε το ποθητό αποτέλεσμα; Σε γελοιοποίηση δεν καταλήγει; Σκάει στο κεφάλι σου σαν σάπια ντομάτα.
- Τι ζωή πρέπει να την περιμένεις, όχι απλώς με ανοιχτή την πόρτα , αλλά έξω, στο κεφαλόσκαλο. Στο κεφαλόσκαλο και με ανοιχτή αγκαλιά.
Απόσπασμα απο το βιβλίο της Αλκυόνης Παπαδάκη "Στο ακρογιάλι της ουτοπίας", το οποίο κυκλοφόρησε το 2005 απο τις εκδόσεις Καλέντης.
-Όταν η ψυχή δεν έχει χαρακιές δε βρίσκει δρόμο να τρέξει μέσα της ο καημός του άλλου.
-Ξέρω πως όλη η μαγεία , σ’ αυτήν τη φόρα για το λάθος κρύβεται.
-Όποτε έτρεξα κοντά σε ανθρώπους, γιατί νόμισα πως με φωνάζουν με την σκέψη τους, μάλλον δε μου βγήκε σε καλό . Πρόσθετα ένα σωρό ξένα φορτία , στην ήδη βαρυφορτωμένη ράχη μου.
-Σε κάθε τέλος , υπάρχει και μια αρχή.
-Αλλά εγώ μιλώ για την άλλη αγάπη. Την υπερβατική. Αυτή που ντύνει με βελούδο την ψυχή. Αυτή που διώχνει τους σκόρπιους από τη σκέψη. Αυτή που σπάει το συρματόπλεγμα του εαυτού σου. Αυτή που δε βγαίνει από το στόμα. Ξεχύνεται από την αφή και την ανάσα.
-Η μεγάλη ελευθερία οδηγεί εκεί ακριβώς που οδηγεί και η στέρησή της.
-Οι άνθρωποι είναι γεμάτοι χαρακιές . Μην τους βλέπεις σαν οφειλέτες σου. Κανείς δεν γεννήθηκε κακός. Να συγχωρείς.
-Η συγνώμη δίνεται σε αυτόν που την ζητάει . Αν δε σου τη ζητάνε, κι εσύ τη βγάζεις έτσι και τη σκορπάς αφειδώς, γίνεται ένα λοστάρι στα χέρια αυτών που έχουν βάλει στόχο την ψυχή σου.
-Δεν λέω ότι αγάπησα τον συνάνθρωπο . Είμαι όμως βέβαιη ότι τον ένιωσα . Ότι ήμουν κάποτε εκεί. Απίκο , όποτε με φώναξε. Τον άφησα να μου πλασάρει το ψέμα του, για να μπορέσει να σηκώσει την ψυχή του. Μοιράστηκα την τρέλα του ήπια από το ποτήρι του.
-Πάντα μου άρεσε να παρατηρώ τα φουγάρα των πλοίων , όταν ήταν έτοιμα να σαλπάρουν . Γιατί πάντα ήμουν έτοιμη να σαλπάρω κι εγώ για ένα άγνωστο ταξίδι. Τα φουγάρα της ψυχής μου έβγαζαν συνεχώς μαύρο πυκνό καπνό.
-Κι ακόμα , δεν έχω καταλήξει πόσο φταίνε οι “άλλοι” για την “καταστροφή” μας. Μήπως οι “άλλοι” είναι απλώς ένα άλλοθι που μας βολεύει; Λέω. δεν ξέρω. Εξαρτάται…
-Κανείς δεν είναι τόσο καλός, για να έχει το ελεύθερο να γίνει τιμωρός.
-Τί να την κάνω τελικά την ελευθερία μου, αφού δεν έχω κάποιον να την διεκδικεί…
-Δεν βρίσκω άλλη αιτία για την άφιξή μου σ’ αυτήν την γη. Ήρθα να δω την ομορφιά. Μήπως δεν είναι αρκετό;
-Έχω γνωρίσει στη ζωή μου αρκετούς ανθρώπους που έψαχναν απεγνωσμένα την ελευθερία της ψυχής τους. Αυτού του είδους οι άνθρωποι μοιάζει να ψάχνουν τελικά την παγίδα τους. Μοιάζει να ψάχνουν κάπου να αιχμαλωτιστούν. Κάπου να πετάξουν την ελευθερία που ήδη κουβαλούν μέσα τους, χωρίς οι ίδιοι να το ξέρουν.
-Είναι κάποιοι άνθρωποι που “λείπουν” πολύ περισσότερο, όταν είναι παρόντες.
-Πότε ο “υπερβάλλων ζήλος” είχε το ποθητό αποτέλεσμα; Σε γελοιοποίηση δεν καταλήγει; Σκάει στο κεφάλι σου σαν σάπια ντομάτα.
- Τι ζωή πρέπει να την περιμένεις, όχι απλώς με ανοιχτή την πόρτα , αλλά έξω, στο κεφαλόσκαλο. Στο κεφαλόσκαλο και με ανοιχτή αγκαλιά.
Απόσπασμα απο το βιβλίο της Αλκυόνης Παπαδάκη "Στο ακρογιάλι της ουτοπίας", το οποίο κυκλοφόρησε το 2005 απο τις εκδόσεις Καλέντης.
Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014
Παράξενο~ Τάσος Λειβαδίτης
Τι παράξενο, αλήθεια!
Οι άνθρωποι κουβεντιάζουν μόνο
για όσα τους είναι απόμακρα και ξένα.
Τ άλλα, αυτά που τους καίνε,
μην αφήνοντας τους τις νύχτες να κοιμηθούν
τα ζει καθένας μονάχος, μέσα στη σιωπή
και πεθαίνοντας παίρνει μαζί του στον τάφο
για αυτό κι οι νεκροί είναι αμίλητοι.
γιατί ζουν την πιο δική τους ζωή.
Οι άνθρωποι κουβεντιάζουν μόνο
για όσα τους είναι απόμακρα και ξένα.
Τ άλλα, αυτά που τους καίνε,
μην αφήνοντας τους τις νύχτες να κοιμηθούν
τα ζει καθένας μονάχος, μέσα στη σιωπή
και πεθαίνοντας παίρνει μαζί του στον τάφο
για αυτό κι οι νεκροί είναι αμίλητοι.
γιατί ζουν την πιο δική τους ζωή.
Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014
Μαρία Πολυδούρη~Ανεπίδοτη επιστολή
Αγαπητοί φίλοι!
Ίσως το γράμμα αυτό να μην διαβαστεί ποτέ, από κανέναν, αλλά στ’ αλήθεια δε με νοιάζει. Ίσως μέχρι να φτάσει στα χέρια σας νάχω πεια ολότελα ξεχαστή απ’ όλους. Αλλά, ούτε δα κι’ αυτό το τελευταίο με νοιάζει. Εξάλλου, δεν έχω και πολλά να σας πω, θέλω μόνο να σας θυμίσω ότι κάποτε υπήρξα. Κάποτε υπήρξα κι’ ήμουν και ζωή και θάνατος μαζί. Και ζωή και Χάρος ήμουν!
Έζησα, τομολογώ, μια ζωή δηλητηριασμένη, γι’ αυτό θαρρώ αποφάσισα να την εγκαταλείψω. Εκείνο που για τους άλλους ήτανε ζωή, για μένα θάνατος ήταν. Γεννιόμουνα και πέθαινα κάθε μέρα, ώρα και στιγμή. Ζούσα με το θάνατο, ζούσα για να πεθάνω, μα τουλάχιστον δε ζούσα νεκρή όπως οι γύρω μου, τα μικρά αστεία ανθρωπάκια που λέγαν πως μ’ αγάπησαν, κι’ ας μην μπόρεσαν ποτέ, κι’ ας μην τόλμησαν ποτέ να διαβάσουν την ψυχή πούκρυβε περίσσιο φως και σκοτάδι μέσα της. Κατά βάθος με φοβόντουσαν και δεν αργούσαν να τραπούν εις άτακτο φυγή. Δεν άντεχαν να με κοιτούν κατάματα, μην τύχει και τους κλέψω την ψυχή τους.
Αγαπήθηκα, αγαπήθηκα πολύ, μα μπορεί ποτέ κανείς να φαντασθεί ότι λυπόμουνα βαθιά όταν καταλάβαινα ότι μ’ αγαπούσαν; Εγώ, ίσως να μην αγάπησα αρκετά, όχι όσο έπρεπε. Τον ιδανικό μου έρωτα θαρρώ τον έζησα στη φαντασία μου. Η ψυχή μου και η αγάπη γεννήθηκαν την ίδια μέρα. Αυτό το ένιωθα μέσα μου, κι’ όμως δεν πίστευα ότι θα υπήρχε μέρα που θα μου αποδείκνυε ότι αγαπούσα αληθινά. Δεν είναι στ’ αλήθεια τραγικό, μια μεγάλη ειρωνεία, να μιλούν για την αγάπη άνθρωποι που δεν την γνωρίζουν και να σιωπούν εντελώς κείνοι που νοιώθουν την ψυχή τους να πνίγεται στο πόνο της;
Πολλοί λέγαν ότι ζούσα μεσ’ στο κεφάλι μου. Κάτι έπρεπε να πουν κι’ αυτοί… Πως άλλως θα με κατέτασσαν σε συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων; Άνθρωποι, ανθρωπάκια! Η ζωή ένα τεράστιο ψέμα που άλλοι το αγαπάνε κι’ άλλοι – οι λίγοι – προσπαθούν να το κάνουν αληθινή ζωή. Εσείς, αγαπητοί άγνωστοί μου φίλοι, πως ζείτε; Ζείτε; Μια φάρσα, αυτό ήταν η δικιά μου ζωή. Κανείς δεν την κατάλαβε. Γεννήθηκα χωρίς να το θέλω, έζησα στο περίπου, και σκηνοθέτησα το θάνατό μου. Κι’ όμως αγαπούσα τη ζωή, αλλά πάντα αυτή μούπαιρνε ό,τι άλλο αγαπούσα. Μου έλειπε πάντα μια καρδιά που να πονή για μένα. Κι ήταν δύσκολο, δύσκολο πολύ να ζω μονάχη μου μεσ’ σένα κόσμο τόσο παράλογα προσκολλημένο στα μικρά της ζωής και στο τίποτα. Ήμουνα σαν παράσιτο, σαν μαύρο ξωτικό που έχασε το δρόμο κι’ αντί να ταξιδέψει στον ονειροκόσμο του, ξέπεσε σε τούτη δω τη γη. Μάλιστα, κάποια φορά, κάποιος με ρώτησε κρυφά αν είμαι χήρα σαν φορούσα μαύρα βαρειά. Εγέλασα. Αλήθεια ήταν! αν μάντεψε την ψυχή μου, καλά την ωνόμασε χήρα…
Είναι που θα παρακαλούσαν να είχαν ζήσει στην εποχή μου. Εγώ, θάθελα να ζήσω σε κάποιαν άλλην εποχή. Έζησα ανάμεσα σε μια γενειά ηττημένη. Κάποιοι από μας κάναν τον πόνο στίχο, την οργή τραγούδι, αλλά κανείς δεν τόλμησε… – ούτ’ από μας ούτ’ απ’ τους άλλους – δεν τόλμησε να ξεφύγει απ’ το χαραγμένο μονοπάτι, δεν τόλμησε να πει ό,τι στ’ αλήθεια σκεφτότανε, δεν τόλμησε να κάνει ό,τι στ’ αλήθεια ήθελε να κάνει. Οι περισσότεροι ήταν – είμασταν – δειλοί που ’ψαχναν απλά ναύρουν την αυτοεπιβεβαίωσή τους. Κάτι νέοι σκυθρωποί κι’ ανάπηροι. Ολίγοι γέροι με κακόβουλο ύφος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι και υπερφίαλοι… Απόκληροι της αντίληψης… Κι’ όμως ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ο Κ., ο μόνος που θα μπορούσε ποτέ να με καταλάβει, αλλά ούτε και κείνος τόλμησε… Μούπε μάλιστα, πως με λυπόταν γιατί τον αγαπούσα… ότι ήμουνα γι’ αυτόν μια παρηγοριά. Τόχε η εποχή, κανείς δεν ήταν ο εαυτός του! Γι’ αυτό θαρρώ και έζησα τόσο μόνη, κι’ ας είχα πάντοτε κάποιους να με συντροφεύουν, αδέλφια μου σένα πόνο που δε θα μπορούσαν ποτέ να συλλάβουν. Έκαναν τα πάντα για με, αλλά η αγάπη τους ήταν μια θυσία που ποτέ δεν δέχτηκα με ευμένεια κι’ οι ανησυχίες τους χειροπέδες για μένα. “Πόσο είναι αστεία η ζωή μα και πόσο αστειότεροι είμαστε μεις που την ανεχόμαστε τέτοια”, έγραψα, θυμάμαι, κάποτε στο ημερολόγιό μου…
Μα, από τότε έχουν πια περάσει χρόνια. Πόσα, δεν ξεύρω, αφού ο χρόνος δεν έχει πια για με καμμία σημασία. Τώρα, είμαι κάπου αλλού και ζω – αν τούτη δω η κατάσταση θεωρείται ζωή – μέσ’ απ’ τις αναμνήσεις μου. Ξεφυλλίζω τα τετραδία του μυαλού και κυττάζω πίσω. Όλα ζητάω τα χαμένα, τις μικρές στιγμές, τον αγαπημένο… Γυρνώ το βλέμμα και τον κυττάζω πάντα το δρόμο που αφήσαμε. Είναι μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες και φρίκη… είναι τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος… κι’ όμως – θεέ συγχώρεσέ με – θα τον έπαιρνα με την καρδιά γεμάτη δάκρυα και μεταμέλεια… Με την καρδιά δεμένη με τα σίδερα της αμαρτίας θα ξεκινούσα να σ’ εύρω μοναδική κι’ αξέχαστή μου αγάπη… Δε θέλω τίποτε άλλο, μόνο να φτάσω, να σταθώ κοντά σου τόσο που φτάνει για να ιδώ… να ιδώ το πρώτο βλέμμα σου εκείνο που μου ’ριχνες σαν έφτανα… τις μικρούλες όλες εκείνες ρυτίδες στο πρόσωπό σου… να ιδώ τα χέρια σου ν’ απλώνονται σε μένανε να με αγκαλιάσουν… να ιδώ… να νοιώσω το φίλημά σου… Είναι τόσο μεγάλος ο καϋμός και είμεθα τόσο μικροί ένας-ένας εμείς οι άνθρωποι που τον αποτελούμεν…
Τα λόγια αυτά ίσως νακούγονται σαν παραλήρημα ενός ετοιμοθανάτου, μα, αλοί, δεν μπορώ να πεθάνω αφού είμαι από χρόνια πια νεκρή. Όσο ζούσα, όσο έζησα, ήμουνα παιδί. Ήμουνα ένα παιδί άμυαλο, μπορώ να το παραδέχομαι αλλά και ποιο παιδί δεν είναι άμυαλο; Ένα παιδί είμαι ακόμη… Ένα παιδί που γράφει σε σας, τους άγνωστούς του φίλους, για να τους πει: να μείνετε πάντα παιδιά, κι’ αν είναι δυνατόν άμυαλα παιδιά. Να ζήσετε τη ζωή σας με τρέλλα, να ζήσετε παράλογα, να σκοτώσετε τη λογική πούνε ο φονιάς της χαράς και της ζωής, να τολμήσετε να κάνετε τα δύσκολα, τα μεγάλα, τα σημαντικά, ν’ ακολουθήσετε τα δύσβατα μονοπάτια, ν’ αφήσετε να θρονιαστεί στην καρδιά σας για πάντα η άνοιξη και το χαμόγελο στα χείλη, ν’ αγαπήσετε με πάθος και να καείτε απ’ τη φλόγα της αγάπης σας, να κάνετε τον πόνο, τη χαρά, την κάθε σας στιγμή τραγούδι, κι’ όταν έρθ’ η ώρα η στερνή να πεθάνετε όχι από πλήξη, αλλά από ειλικρίνεια όπως ο φίλος τζίτζικας, που τόσο ωραία τα έλεγε μα μεις τα παίρναμε για γκρίνια…
Τώρα, καθώς γράφω τις τελευταίες γραμμές, κυττώ πίσω και αντιλαμβάνομαι πόσο στάθηκα τυχερή: έζησα ελεύθερη όσο καμμιά άλλη γυναίκα της εποχής μου, έκανα πράγματα που δεν έκανε καμμιά άλλη, κι’ αγαπήθηκα όσο λίγες. Και, δεν το ξεχνώ, καθώς το βλέμμα μου έσβηνε, εκείνη τη μελαγχολική αυγούλα τ’ Απρίλη, δεν ήμουν πια μόνη. Νέοι που μ’ αγάπησαν ήρθαν να μ’ αποχαιρετήσουν και φίλες γκαρδιακές στο προσκεφάλι μου ένα τελευταίο τραγούδι να μου χαρίσουν…Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα, όπως λέει κι’ η καλή μου φίλη.
Με αγάπη
Μαρίκα Πολυδούρη
Ίσως το γράμμα αυτό να μην διαβαστεί ποτέ, από κανέναν, αλλά στ’ αλήθεια δε με νοιάζει. Ίσως μέχρι να φτάσει στα χέρια σας νάχω πεια ολότελα ξεχαστή απ’ όλους. Αλλά, ούτε δα κι’ αυτό το τελευταίο με νοιάζει. Εξάλλου, δεν έχω και πολλά να σας πω, θέλω μόνο να σας θυμίσω ότι κάποτε υπήρξα. Κάποτε υπήρξα κι’ ήμουν και ζωή και θάνατος μαζί. Και ζωή και Χάρος ήμουν!
Έζησα, τομολογώ, μια ζωή δηλητηριασμένη, γι’ αυτό θαρρώ αποφάσισα να την εγκαταλείψω. Εκείνο που για τους άλλους ήτανε ζωή, για μένα θάνατος ήταν. Γεννιόμουνα και πέθαινα κάθε μέρα, ώρα και στιγμή. Ζούσα με το θάνατο, ζούσα για να πεθάνω, μα τουλάχιστον δε ζούσα νεκρή όπως οι γύρω μου, τα μικρά αστεία ανθρωπάκια που λέγαν πως μ’ αγάπησαν, κι’ ας μην μπόρεσαν ποτέ, κι’ ας μην τόλμησαν ποτέ να διαβάσουν την ψυχή πούκρυβε περίσσιο φως και σκοτάδι μέσα της. Κατά βάθος με φοβόντουσαν και δεν αργούσαν να τραπούν εις άτακτο φυγή. Δεν άντεχαν να με κοιτούν κατάματα, μην τύχει και τους κλέψω την ψυχή τους.
Αγαπήθηκα, αγαπήθηκα πολύ, μα μπορεί ποτέ κανείς να φαντασθεί ότι λυπόμουνα βαθιά όταν καταλάβαινα ότι μ’ αγαπούσαν; Εγώ, ίσως να μην αγάπησα αρκετά, όχι όσο έπρεπε. Τον ιδανικό μου έρωτα θαρρώ τον έζησα στη φαντασία μου. Η ψυχή μου και η αγάπη γεννήθηκαν την ίδια μέρα. Αυτό το ένιωθα μέσα μου, κι’ όμως δεν πίστευα ότι θα υπήρχε μέρα που θα μου αποδείκνυε ότι αγαπούσα αληθινά. Δεν είναι στ’ αλήθεια τραγικό, μια μεγάλη ειρωνεία, να μιλούν για την αγάπη άνθρωποι που δεν την γνωρίζουν και να σιωπούν εντελώς κείνοι που νοιώθουν την ψυχή τους να πνίγεται στο πόνο της;
Πολλοί λέγαν ότι ζούσα μεσ’ στο κεφάλι μου. Κάτι έπρεπε να πουν κι’ αυτοί… Πως άλλως θα με κατέτασσαν σε συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων; Άνθρωποι, ανθρωπάκια! Η ζωή ένα τεράστιο ψέμα που άλλοι το αγαπάνε κι’ άλλοι – οι λίγοι – προσπαθούν να το κάνουν αληθινή ζωή. Εσείς, αγαπητοί άγνωστοί μου φίλοι, πως ζείτε; Ζείτε; Μια φάρσα, αυτό ήταν η δικιά μου ζωή. Κανείς δεν την κατάλαβε. Γεννήθηκα χωρίς να το θέλω, έζησα στο περίπου, και σκηνοθέτησα το θάνατό μου. Κι’ όμως αγαπούσα τη ζωή, αλλά πάντα αυτή μούπαιρνε ό,τι άλλο αγαπούσα. Μου έλειπε πάντα μια καρδιά που να πονή για μένα. Κι ήταν δύσκολο, δύσκολο πολύ να ζω μονάχη μου μεσ’ σένα κόσμο τόσο παράλογα προσκολλημένο στα μικρά της ζωής και στο τίποτα. Ήμουνα σαν παράσιτο, σαν μαύρο ξωτικό που έχασε το δρόμο κι’ αντί να ταξιδέψει στον ονειροκόσμο του, ξέπεσε σε τούτη δω τη γη. Μάλιστα, κάποια φορά, κάποιος με ρώτησε κρυφά αν είμαι χήρα σαν φορούσα μαύρα βαρειά. Εγέλασα. Αλήθεια ήταν! αν μάντεψε την ψυχή μου, καλά την ωνόμασε χήρα…
Είναι που θα παρακαλούσαν να είχαν ζήσει στην εποχή μου. Εγώ, θάθελα να ζήσω σε κάποιαν άλλην εποχή. Έζησα ανάμεσα σε μια γενειά ηττημένη. Κάποιοι από μας κάναν τον πόνο στίχο, την οργή τραγούδι, αλλά κανείς δεν τόλμησε… – ούτ’ από μας ούτ’ απ’ τους άλλους – δεν τόλμησε να ξεφύγει απ’ το χαραγμένο μονοπάτι, δεν τόλμησε να πει ό,τι στ’ αλήθεια σκεφτότανε, δεν τόλμησε να κάνει ό,τι στ’ αλήθεια ήθελε να κάνει. Οι περισσότεροι ήταν – είμασταν – δειλοί που ’ψαχναν απλά ναύρουν την αυτοεπιβεβαίωσή τους. Κάτι νέοι σκυθρωποί κι’ ανάπηροι. Ολίγοι γέροι με κακόβουλο ύφος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι και υπερφίαλοι… Απόκληροι της αντίληψης… Κι’ όμως ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ο Κ., ο μόνος που θα μπορούσε ποτέ να με καταλάβει, αλλά ούτε και κείνος τόλμησε… Μούπε μάλιστα, πως με λυπόταν γιατί τον αγαπούσα… ότι ήμουνα γι’ αυτόν μια παρηγοριά. Τόχε η εποχή, κανείς δεν ήταν ο εαυτός του! Γι’ αυτό θαρρώ και έζησα τόσο μόνη, κι’ ας είχα πάντοτε κάποιους να με συντροφεύουν, αδέλφια μου σένα πόνο που δε θα μπορούσαν ποτέ να συλλάβουν. Έκαναν τα πάντα για με, αλλά η αγάπη τους ήταν μια θυσία που ποτέ δεν δέχτηκα με ευμένεια κι’ οι ανησυχίες τους χειροπέδες για μένα. “Πόσο είναι αστεία η ζωή μα και πόσο αστειότεροι είμαστε μεις που την ανεχόμαστε τέτοια”, έγραψα, θυμάμαι, κάποτε στο ημερολόγιό μου…
Μα, από τότε έχουν πια περάσει χρόνια. Πόσα, δεν ξεύρω, αφού ο χρόνος δεν έχει πια για με καμμία σημασία. Τώρα, είμαι κάπου αλλού και ζω – αν τούτη δω η κατάσταση θεωρείται ζωή – μέσ’ απ’ τις αναμνήσεις μου. Ξεφυλλίζω τα τετραδία του μυαλού και κυττάζω πίσω. Όλα ζητάω τα χαμένα, τις μικρές στιγμές, τον αγαπημένο… Γυρνώ το βλέμμα και τον κυττάζω πάντα το δρόμο που αφήσαμε. Είναι μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες και φρίκη… είναι τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος… κι’ όμως – θεέ συγχώρεσέ με – θα τον έπαιρνα με την καρδιά γεμάτη δάκρυα και μεταμέλεια… Με την καρδιά δεμένη με τα σίδερα της αμαρτίας θα ξεκινούσα να σ’ εύρω μοναδική κι’ αξέχαστή μου αγάπη… Δε θέλω τίποτε άλλο, μόνο να φτάσω, να σταθώ κοντά σου τόσο που φτάνει για να ιδώ… να ιδώ το πρώτο βλέμμα σου εκείνο που μου ’ριχνες σαν έφτανα… τις μικρούλες όλες εκείνες ρυτίδες στο πρόσωπό σου… να ιδώ τα χέρια σου ν’ απλώνονται σε μένανε να με αγκαλιάσουν… να ιδώ… να νοιώσω το φίλημά σου… Είναι τόσο μεγάλος ο καϋμός και είμεθα τόσο μικροί ένας-ένας εμείς οι άνθρωποι που τον αποτελούμεν…
Τα λόγια αυτά ίσως νακούγονται σαν παραλήρημα ενός ετοιμοθανάτου, μα, αλοί, δεν μπορώ να πεθάνω αφού είμαι από χρόνια πια νεκρή. Όσο ζούσα, όσο έζησα, ήμουνα παιδί. Ήμουνα ένα παιδί άμυαλο, μπορώ να το παραδέχομαι αλλά και ποιο παιδί δεν είναι άμυαλο; Ένα παιδί είμαι ακόμη… Ένα παιδί που γράφει σε σας, τους άγνωστούς του φίλους, για να τους πει: να μείνετε πάντα παιδιά, κι’ αν είναι δυνατόν άμυαλα παιδιά. Να ζήσετε τη ζωή σας με τρέλλα, να ζήσετε παράλογα, να σκοτώσετε τη λογική πούνε ο φονιάς της χαράς και της ζωής, να τολμήσετε να κάνετε τα δύσκολα, τα μεγάλα, τα σημαντικά, ν’ ακολουθήσετε τα δύσβατα μονοπάτια, ν’ αφήσετε να θρονιαστεί στην καρδιά σας για πάντα η άνοιξη και το χαμόγελο στα χείλη, ν’ αγαπήσετε με πάθος και να καείτε απ’ τη φλόγα της αγάπης σας, να κάνετε τον πόνο, τη χαρά, την κάθε σας στιγμή τραγούδι, κι’ όταν έρθ’ η ώρα η στερνή να πεθάνετε όχι από πλήξη, αλλά από ειλικρίνεια όπως ο φίλος τζίτζικας, που τόσο ωραία τα έλεγε μα μεις τα παίρναμε για γκρίνια…
Τώρα, καθώς γράφω τις τελευταίες γραμμές, κυττώ πίσω και αντιλαμβάνομαι πόσο στάθηκα τυχερή: έζησα ελεύθερη όσο καμμιά άλλη γυναίκα της εποχής μου, έκανα πράγματα που δεν έκανε καμμιά άλλη, κι’ αγαπήθηκα όσο λίγες. Και, δεν το ξεχνώ, καθώς το βλέμμα μου έσβηνε, εκείνη τη μελαγχολική αυγούλα τ’ Απρίλη, δεν ήμουν πια μόνη. Νέοι που μ’ αγάπησαν ήρθαν να μ’ αποχαιρετήσουν και φίλες γκαρδιακές στο προσκεφάλι μου ένα τελευταίο τραγούδι να μου χαρίσουν…Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα, όπως λέει κι’ η καλή μου φίλη.
Με αγάπη
Μαρίκα Πολυδούρη
Ετικέτες
αγάπη,
απόσπασμα,
γράμμα,
επιστολή,
έρωτας,
ζωή,
Κώστας Καρυωτάκης,
Μαρία Πολυδούρη,
ποιήμα,
χάρος,
ψυχή
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










